Στις χαμένες γειτονιές, στους άδειους δρόμους - Les quartiers perdus

Δεν τις συνήθισα τις άδειες γειτονιές. Δεν γίνεται ποτέ οικεία η αγάπη. Όλο και πιο σπάνια τολμώ να καταγράψω τη στιγμή, τη νύχτα, το δόλιο φώς που με μαγεύει. Τριγυρνώ, αχόρταγος, με τα σκυλιά και τους εμπόρους. Δεν ψάχνω, συχνά οπλίζω μα δεν αποτυπώνω, ο θόρυβος του κλείστρου ακούγεται σαν πυροβολισμός· σκοπεύω με τα μάτια. Τυπώνω στη μνήμη και όσο περνάει ο καιρός και κατοικούνται οι άδειοι δρόμοι κινούμαι προς τη θάλασσα. Πιο κει δεν έχει. Αμα παύσουν οι εικόνες, ίσως αρχίσουν μουσικές. Δεν είμαι φωτογράφος, περαστικός στην πόλη μου είμαι. Οι χαμένες γειτονιές είναι προστάτες· τεράστειες αποθήκες συνείδησης. Τον έρωτα μου καταγράφω γιατί ποτέ δεν τόλμησα να του δοθώ, να έχω σύντροφο τη σκάλα, τη βέσπα που προσπερνάει μια γριά, τη λάμπα που έσπασε για να κρατήσει η ζωή στα σωθικά της την εικόνα. Καταπίνει, δεν σώζει τούτη η αγάπη. Είναι σκοτάδι, περαστική ζωή σα θόρυβος ελαστικού ή σαν το άπιαστο που κυνηγώ κι όταν με βρίσκει φεύγω. Δεν μου ανήκει τίποτα, ούτε η ματιά μου. Οι χαμένες γειτονιές είναι κενά τραγούδια, κομμάτια γης που σκόρπισαν, σα νότες, κι από το θρόισμα τους δεν βγαίνει μουσική, μόνο κάτι ασήμαντα τσιμπήματα στο σώμα σου υπενθυμίζουν ότι ζείς μέσα τους.